Η έννοια της φορολογικής κατοικίας

1. Εισαγωγικά στοιχεία

Το θέμα της μεταφοράς της φορολογικής κατοικίας στο εξωτερικό αφορά χιλιάδες φορολογούμενους που έχουν μεταναστεύσει σε άλλες χώρες εκτός Ελλάδας, για την εξεύρεση εργασίας και επιθυμούν να φορολογούνται για το εισόδημά τους στις χώρες αυτές. Τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία για τη μεταφορά της φορολογικής έδρας στο εξωτερικό από φορολογούμενους, διευκρινίζει εγκύκλιος της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΠΟΛ.1201/2017). Στην εγκύκλιο που είναι εναρμονισμένη με τη νομολογία από πρόσφατες αποφάσεις της Δικαιοσύνης και της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών του υπουργείου Οικονομικών, περιγράφονται τα δικαιολογητικά που απαιτούνται για όσους θέλουν να μεταφέρουν τη φορολογική κατοικία τους στο εξωτερικό, γεγονός που σημαίνει ότι δεν θα φορολογούνται πλέον στην Ελλάδα (για εισοδήματα που αποκτoύν εκτός Ελλάδας και σύμφωνα με την εκάστοτε υφιστάμενη Σ.Α.Δ.Φ.). Μάλιστα, έχουν εισαχθεί ορισμένες καινοτομίες στη φορολογική νομοθεσία που αφορά τα πρόσωπα αυτά. Καταργήθηκε λοιπόν η υποχρέωση για επικύρωση με την επισημείωση της Χάγης (Apostille) των δημοσίων εγγράφων ορισμένων χωρών (π.χ. Λουξεμβούργο, Γαλλία κ.α.), έγγραφα τα οποία είναι απαραίτητα για τη διαπίστωση από τις Ελληνικές Αρχές της φορολογικής κατοικίας ενός ατόμου, διευκολύνοντας και επιταχύνοντας έτσι τη διαδικασία (έγγραφο Δ. ΟΡΓ. Δ 1172275 ΕΞ2017/16-11-2017). Επίσης, δίνεται πλέον η δυνατότητα σε συζύγους οι οποίοι ζουν και εργάζονται σε ξεχωριστές χώρες (π.χ. ο ένας στην Ελλάδα και ο άλλος στην Αγγλία) να έχουν και ξεχωριστές φορολογικές κατοικίες, απαλλάσσοντας έτσι τον σύζυγο που δραστηριοποιείται στο εξωτερικό, τόσο από ενδεχόμενη διπλή φορολόγηση όσο και από πιθανά τεκμήρια (ΠΟΛ.1201/2017, Δ.Ε.Δ. Αθήνας αποφ. 3950/2017, ΣτΕ 1445/2016 και ΣτΕ 1215/2017).

2. Φορολογικός κάτοικος Ελλάδας

Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ν. 4172/2/2013, ένα φυσικό πρόσωπο είναι φορολογικός κάτοικος Ελλάδας, εφόσον:

1. α) Έχει στην Ελλάδα τη μόνιμη ή κύρια κατοικία του ή τη συνήθη διαμονή του ή το κέντρο των ζωτικών του συμφερόντων ήτοι τους προσωπικούς ή οικονομικούς ή κοινωνικούς δεσμούς (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 115 παρ.1 του Ν.4549/2018, ΦΕΚ Α 105/14-6-2018 και εφαρμόζεται, σύμφωνα με την παρ.18 του αυτού άρθρου από το φορολογικό έτος 2018 και επόμενα),

β) Είναι προξενικός, διπλωματικός ή δημόσιος λειτουργός παρόμοιου καθεστώτος ή δημόσιος λειτουργός παρόμοιου καθεστώτος ή δημόσιος υπάλληλος που έχει την ελληνική ιθαγένεια και υπηρετεί στην αλλοδαπή.

2. Ένα φυσικό πρόσωπο που βρίσκεται στην Ελλάδα συνεχώς για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τις εκατόν ογδόντα τρεις (183) ημέρες, συμπεριλαμβανομένων και σύντομων διαστημάτων παραμονής στο εξωτερικό, είναι φορολογικός κάτοικος Ελλάδος από την πρώτη ημέρα παρουσίας του στην Ελλάδα. Το προηγούμενο εδάφιο δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση φυσικών προσώπων που βρίσκονται στην Ελλάδα αποκλειστικά για τουριστικούς, ιατρικούς, θεραπευτικούς ή παρόμοιους ιδιωτικούς σκοπούς και η παραμονή τους δεν υπερβαίνει τις τριακόσιες εξήντα πέντε (365) ημέρες, συμπεριλαμβανομένων και σύντομων διαστημάτων παραμονής στο εξωτερικό. Η παρούσα παράγραφος δεν αποκλείει την εφαρμογή της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου (όπως αντικαταστάθηκε ως άνω με τη παρ.2 του άρθρου 21 του Ν.4223/2013, ΦΕΚ Α 287/31-12-2013).

3. Μεταφορά φορολογικής κατοικίας, διαδικασία και δικαιολογητικά

Τα φυσικά πρόσωπα που επιθυμούν να μεταφέρουν τη φορολογική τους κατοικία στο εξωτερικό οφείλουν να υποβάλουν, το αργότερο έως την τελευταία εργάσιμη ημέρα του πρώτου δεκαήμερου του μηνός Μαρτίου του φορολογικού έτους που ακολουθεί το φορολογικό έτος αναχώρησης, στο αρμόδιο τμήμα της Δ.Ο.Υ. στην οποία ανήκουν (Τμήμα ή Γραφείο Συμμόρφωσης και Σχέσεων με τους Φορολογουμένους, πρ. τμήμα Μητρώου), αίτηση (έντυπο Μ0) με συνημμένα τα προτυπωμένα (έντυπα Μ1 και Μ7) συμπληρωμένα, του υπουργείου οικονομικών, καθώς και τις απαραίτητες υπεύθυνες δηλώσεις. Παράλληλα, και εφόσον τα διαθέτουν, συνυποβάλλουν και τα σχετικά δικαιολογητικά που αποδεικνύουν τη φορολογική κατοικία και επιπλέον, για τον ορισμό φορολογικού εκπροσώπου τους στην Ελλάδα, έγγραφη δήλωση με βεβαιωμένο το γνήσιο της υπογραφής τους. Σε διαφορετική περίπτωση ο φορολογούμενος θα πρέπει να τα προσκομίσει το αργότερο έως την τελευταία εργάσιμη ημέρα του πρώτου δεκαήμερου του μηνός Σεπτεμβρίου, του φορολογικού έτους που ακολουθεί το φορολογικό έτος αναχώρησης. Για το ημερολογιακό έτος αναχώρησης 2019 τα παραπάνω έγγραφα υποβάλλονται μέχρι τις 10 Σεπτεμβρίου 2020, (με την προϋπόθεση ότι η σχετική αίτηση έχει υποβληθεί έως το πρώτο δεκαήμερο του Μαρτίου 2019).

Τα δικαιολογητικά τα οποία απαιτούνται είναι τα εξής:

1. Πιστοποιητικό φορολογικής κατοικίας (στην πράξη είθισται πως εάν δεν έχουμε πιστοποιητικό φορολογικής κατοικίας αλλά βεβαίωση φορολογικής κατοικίας, ζητείται συμπληρωματικά και σύμβαση εργασίας ή βεβαίωση εργοδότη) ή 2. Αντίγραφο της εκκαθάρισης της δήλωσης Φορολογίας Εισοδήματος ή 3. Ελλείψει εκκαθάρισης, αντίγραφο της δήλωσης Φορολογίας Εισοδήματος.

Σε περίπτωση που ο φορολογούμενος, δεν εργάζεται στο εξωτερικό, είτε ως μισθωτός, είτε ως ελεύθερος επαγγελματίας κ.λπ. επομένως υπάρχει αδυναμία προσκόμισης των προηγουμένων, προσκομίζεται βεβαίωση από οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική ή άλλη αναγνωρισμένη αρχή από την οποία να προκύπτει η συνήθης διαμονή του φορολογούμενου.

Για τη γνησιότητα των αλλοδαπών δημοσίων εγγράφων, τα οποία έχουν συνταχθεί στο έδαφος του αλλοδαπού κράτους, απαιτείται σφραγίδα της Χάγης (apostille) καθώς και επίσημη μετάφραση στην Ελληνική γλώσσα είτε από εγκεκριμένο μεταφραστικό κέντρο (ή την Μεταφραστική Υπηρεσία του Υπ. Εξωτερικών), είτε από δικηγόρο.

Από τη διαδικασία αυτή εξαιρούνται τα πιστοποιητικά φορολογικής κατοικίας που εκδίδουν οι φορολογικές αρχές των Η.Π.Α. και της Τουρκίας, στο πλαίσιο των Σ.Α.Δ.Φ.Ε. που έχουν συναφθεί με τη χώρα μας.

Επίσης, σύμφωνα με το αρ. πρωτ. Δ. ΟΡΓ. Δ 1172275 ΕΞ2017/16-11-2017 έγγραφο-απάντηση, της Διεύθυνσης Οργάνωσης, με υπογραφή του Προϊσταμένου της Γενικής Διεύθυνσης Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, απαλλάσσονται από την υποχρέωση επικύρωσης με σφραγίδα της Χάγης, τα έγγραφα τα οποία αφορούν στη φορολογική κατοικία ή διαμονή φυσικών προσώπων όταν αυτά προέρχονται από κράτη τα οποία έχουν υπογράψει τη σχετική Διεθνή σύμβαση που τα εξαιρεί (κυρωτικός Ν. 4231/2014 – ΦΕΚ Α 19), με την προϋπόθεση ότι φέρουν ημερομηνία και υπογραφή και ενδεχομένως, τη σφραγίδα της αρμόδιας Αρχής του κράτους που τα χορήγησε.

Τα κράτη τα οποία έχουν υπογράψει την παραπάνω σύμβαση είναι: Αυστρία, Ισπανία, Γαλλία, Ιταλία, Λουξεμβούργο, Ολλανδία, Πορτογαλία, Τουρκία, Πολωνία και Ελλάδα.

Σημείωση: Σε κάθε περίπτωση, επειδή δεν είναι όλες οι χώρες, μέλη της σύμβασης της Χάγης, καλό θα είναι να ενημερώνεται ο καθένας ανάλογα με τη χώρα προορισμού του για το ποιες διαδικασίες πρέπει να ακολουθηθούν, ώστε τα δημόσια έγγραφα της χώρας αυτής να αναγνωριστούν και από το Ελληνικό Δημόσιο. Για παράδειγμα, ενώ η Κίνα είναι πλέον ένας διεθνής προορισμός με αρκετούς οικονομικούς μετανάστες, δεν έχει υπογράψει τη σύμβαση της Χάγης (εκτός από το Χονγκ Κονγκ και την επαρχία Μακάο) και έτσι ο ενδιαφερόμενος θα πρέπει να απευθυνθεί στο εκεί ελληνικό προξενείο. Παρόμοια είναι και η περίπτωση του Καναδά όπου ο ενδιαφερόμενος πρέπει να επικυρώσει τα καναδικά έγγραφα είτε στο Υπ. Εξωτερικών στον Καναδά, είτε μέσω της Πρεσβείας στην Ελλάδα.

Μετά την κατάθεση των δικαιολογητικών για την μεταφορά της φορολογικής κατοικίας, η Δ.Ο.Υ. εντός προθεσμίας δύο μηνών οφείλει να αποφανθεί σχετικά.

4. Λόγοι απόρριψης από τη Δ.Ο.Υ. της αίτησης μεταφοράς φορολογικής κατοικίας

Με το νέο νομικό πλαίσιο, οι Δ.Ο.Υ. εξετάζουν πλέον τα πραγματικά δεδομένα πριν τη μεταφορά στη Δ.Ο.Υ. κατοίκων εξωτερικού. Πέραν των κριτηρίων της κατοικίας, για να καθοριστεί αν μπορεί κανείς να είναι φορολογικός κάτοικος εξωτερικού, εξετάζονται και άλλες παράμετροι όπως η οικονομική του δραστηριότητα ή οι προσωπικοί του δεσμοί (άρθρο 4 παρ.1α του Ν.4172/2013). Οι πιο συνηθισμένες περιπτώσεις που απορρίπτεται η αίτηση μεταφοράς είναι οι ακόλουθες:

α. Στην περίπτωση που υπάρχει ενεργή ατομική επιχείρηση στην Ελλάδα.

β. Στην περίπτωση που κάποιος είναι ομόρρυθμος εταίρος σε Ο.Ε. ή Ε.Ε.

γ. Στην περίπτωση ύπαρξης σχέσης διευθύνοντος συμβούλου σε Α.Ε.

δ. Στην περίπτωση ύπαρξης σχέσης διαχειριστή ή μονοπρόσωπου εταίρου σε Ε.Π.Ε. ή Ι.Κ.Ε..

5. Σύζυγοι με χωριστή φορολογική κατοικία

Κατά το παρελθόν, η ύπαρξη συζυγικών δεσμών με Έλληνα φορολογούμενο συνεπαγόταν αυτόματα για τις Δ.Ο.Υ. πως οι προσωπικοί δεσμοί του προσώπου που ζει και δραστηριοποιείται στο εξωτερικό, ακόμη και για το μεγαλύτερο διάστημα του φορολογικού έτους, βρίσκονται de facto στην Ελλάδα. Έτσι, θεωρούνταν αυτόματα φορολογικός κάτοικος Ελλάδας και δεν εξετάζονταν άλλοι παράμετροι, όπως σύνολο ημερών διαμονής στο εξωτερικό, οικονομικοί δεσμοί κ.α..

Οι αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ 1445/2016, 1215/2017), οι οποίες έκριναν ότι είναι δυνατόν οι σύζυγοι να έχουν διαφορετική φορολογική κατοικία και συνεπώς να υποβάλουν χωριστές φορολογικές δηλώσεις, οδήγησαν τη Φορολογική Διοίκηση στην αναθεώρηση της θέσης της, σύμφωνα με την οποία δεν ήταν δυνατή η μεταφορά της φορολογικής κατοικίας του ενός μόνο συζύγου στο εξωτερικό. Η εν λόγω μεταβολή αντανακλάται στις πιο πρόσφατες αποφάσεις της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (Δ.Ε.Δ.) και κυρίως αποκρυσταλλώνεται ρητά στη σχετική απόφαση της Α.Α.Δ.Ε. ΠΟΛ.1201/2017.

Με την έκδοση της ΠΟΛ.1201/2017 από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), επεξηγείται το πλαίσιο κανόνων με βάση τους οποίους δικαιολογείται για συζύγους να έχουν διαφορετική φορολογική κατοικία. Η οδηγία αυτή της Φορολογικής Αρχής ενσωματώνει τις αποφάσεις 1445/2016 και 1215/2017 του Συμβουλίου της Επικρατείας σχετικά με τη δυνατότητα μεταβολής της φορολογικής κατοικίας του ενός εκ των δύο συζύγων, σύμφωνα με τα πραγματικά δεδομένα.

Στο άρθρο 3 παρ. β, της προαναφερθείσας εγκυκλίου αναλύεται ότι για την περίπτωση που ένας εκ των συζύγων ή μερών συμφώνου συμβίωσης αιτείται τη μεταβολή της φορολογικής του κατοικίας ενώ ο άλλος παραμένει φορολογικός κάτοικος Ελλάδος, θα πρέπει να προσκομίζονται επιπλέον και αθροιστικά τα κάτωθι δικαιολογητικά, από τα οποία να προκύπτει ότι ο αιτούμενος τη μεταβολή πράγματι βρίσκεται εκτός Ελλάδος και έχει οργανώσει τη ζωή του στην αλλοδαπή κατά τρόπο μόνιμο ή διαρκή:

α. Στοιχεία για την απασχόληση του στην αλλοδαπή, από τα οποία αποδεικνύεται ο μόνιμος ή μακροπρόθεσμος χαρακτήρας της απασχόλησης.

β. Στοιχεία για την ύπαρξη τραπεζικού λογαριασμού στην αλλοδαπή.

γ. Στοιχεία για την ύπαρξη ιδιόκτητης ή μισθωμένης κατοικίας του και λογαριασμών υπηρεσιών κοινής ωφέλειας στην αλλοδαπή.

δ. Στοιχεία για την απόκτηση φορολογικού, ασφαλιστικού ή αντίστοιχου Μητρώου στην αλλοδαπή (π.χ. A.M. κοινωνικής ασφάλισης).

Τα ως άνω αλλοδαπά δημόσια έγγραφα (πλην των αιτήσεων εφαρμογής Σ.Α.Δ.Φ.) προσκομίζονται νομίμως μεταφρασμένα και θεωρημένα κατά τα διεθνή νόμιμα (σφραγίδα apostille, θεώρηση από το ελληνικό προξενείο, κ.λπ. κατά περίπτωση). Η αρμόδια Δ.Ο.Υ. προβαίνει σε έλεγχο πληρότητας και επάρκειας του φακέλου που υποβάλλει ο φορολογούμενος, σύμφωνα με τα ανωτέρω και υποχρεούται να αποφανθεί εντός δύο (2) μηνών από την ημερομηνία υποβολής των δικαιολογητικών. Σε περίπτωση που η αίτηση μεταβολής φορολογικής κατοικίας γίνει αποδεκτή ο φορολογούμενος «μεταφέρεται» στην Δ.Ο.Υ. Κατοίκων Εξωτερικού με ημερομηνία μεταβολής την αναγραφόμενη από τον φορολογούμενο στο έντυπο Μ1. Εφόσον ο φορολογούμενος είναι υπόχρεος σε υποβολή δήλωσης φορολογίας εισοδήματος δύναται να την υποβάλει ως φορολογικός κάτοικος εξωτερικού το αργότερο μέχρι τη λήξη του φορολογικού έτους που ακολουθεί το έτος αναχώρησης. Εάν, αντίθετα, η αίτησή του απορριφθεί (ρητά ή σιωπηρά μετά την παρέλευση διμήνου) έχει δικαίωμα να ασκήσει Ενδικοφανή Προσφυγή και περαιτέρω να προσφύγει στα Διοικητικά Δικαστήρια.

Σύμφωνα λοιπόν με τα παραπάνω, μπαίνει πλέον τέλος στην ταλαιπωρία και την άδικη φορολόγηση χιλιάδων νοικοκυριών, στα οποία ο ένας εκ των συζύγων δουλεύει στο εξωτερικό και η υπόλοιπη οικογένεια παραμένει στην Ελλάδα.

6. Υποβολή Δηλώσεων Φορολογίας Εισοδήματος

Σε περίπτωση που ο φορολογούμενος υποβάλει τα έντυπα και προσκομίσει εμπροθέσμως και πάντως το αργότερο εντός του έτους, τα προβλεπόμενα δικαιολογητικά, αλλά δεν κριθούν πλήρη και επαρκή, ενημερώνεται από τη Φορολογική Διοίκηση ότι το αίτημά του για μεταφορά της φορολογικής κατοικίας του απορρίπτεται και η αίτηση με τα συνημμένα έντυπα και δικαιολογητικά τίθενται στον φάκελό του. Ο φορολογούμενος, στην περίπτωση αυτή, υποχρεούται να υποβάλει δήλωση φορολογίας εισοδήματος ως φορολογικός κάτοικος Ελλάδος (δηλώνοντας δηλ. το παγκόσμιο εισόδημά του) το αργότερο μέχρι τη λήξη του επόμενου φορολογικού έτους από αυτό που αφορούσε το αίτημα μεταφοράς, χωρίς την επιβολή προστίμου εκπρόθεσμης δήλωσης.

Σε περίπτωση που ο φορολογούμενος υποβάλει τα έντυπα και δεν προσκομίσει τα προβλεπόμενα δικαιολογητικά, ενημερώνεται ότι το αίτημά του για μεταφορά της φορολογικής κατοικίας του απορρίπτεται και η αίτηση με τα συνημμένα έντυπα και δικαιολογητικά τίθενται στον φάκελό του. Ο φορολογούμενος, στην περίπτωση αυτή, υποχρεούται να υποβάλει δήλωση φορολογίας εισοδήματος ως φορολογικός κάτοικος Ελλάδος, η οποία θεωρείται εκπρόθεσμη από την καταληκτική ημερομηνία υποβολής των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος και επισύρει την επιβολή προστίμου.

Τέλος, εάν ο φορολογούμενος υποβάλει τα έντυπα και προσκομίσει εκπροθέσμως τα προβλεπόμενα δικαιολογητικά, υποχρεούται να υποβάλει δήλωση φορολογίας εισοδήματος ως φορολογικός κάτοικος Ελλάδος ή, εφόσον είναι υπόχρεος, ως φορολογικός κάτοικος εξωτερικού, η οποία θεωρείται εκπρόθεσμη από την, κατά περίπτωση, καταληκτική ημερομηνία υποβολής των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος και επισύρει την επιβολή προστίμου.

Όπως προαναφέρθηκε, η Δ.Ο.Υ. υποχρεούται να αποφανθεί σχετικά με την πληρότητα και επάρκεια του φακέλου εντός δύο (2) μηνών από την ημερομηνία υποβολής των δικαιολογητικών. Αιτήσεις που υποβάλλονται και δικαιολογητικά που προσκομίζονται έως την 31η Δεκεμβρίου του έτους που ακολουθεί το φορολογικό έτος αναχώρησης παραλαμβάνονται κανονικά χωρίς κυρώσεις και εξετάζονται, ισχύουσας ωστόσο της δυνατότητας της Δ.Ο.Υ. να αποφανθεί εντός 2 μηνών. Αντιθέτως, εάν οι αιτήσεις υποβληθούν ή τα δικαιολογητικά προσκομιστούν μετά την 31η Δεκεμβρίου του έτους που ακολουθεί το έτος αναχώρησης, αυτές θα εξετάζονται με τη διαδικασία της ΠΟΛ.1177/14-7-2014 εγκυκλίου αλλά με τα δικαιολογητικά που προβλέπονται στην ΠΟΛ.1201/2017.

Ο φορολογούμενος οφείλει να διατηρεί όλα τα δικαιολογητικά που απαιτούνται για την απόδειξη της φορολογικής του κατοικίας στην αλλοδαπή σε περίπτωση φορολογικού ελέγχου.

7. Φορολογικές συνέπειες από την αλλαγή της φορολογικής κατοικίας

Εφόσον γίνει δεκτή η μεταφορά στη Δ.Ο.Υ. Κατοίκων Εξωτερικού, οι φορολογικές αλλαγές οι οποίες επέρχονται έχουν ως εξής:

1. Ο φορολογούμενος που έχει τη φορολογική του κατοικία στην αλλοδαπή, φορολογείται στην Ελλάδα μόνο για το εισόδημα που αποκτά εντός της επικράτειας. Αντιθέτως ο φορολογούμενος που έχει τη φορολογική του κατοικία στην Ελλάδα υπόκειται σε φόρο στην Ελλάδα για το παγκόσμιο εισόδημα που απέκτησε μέσα στη φορολογική χρήση.

2. Στην περίπτωση που ο μεταφερθείς, φορολογικός κάτοικος εξωτερικού δεν αποκτά πραγματικό εισόδημα στην Ελλάδα, δεν έχει υποχρέωση υποβολής φορολογικής δήλωσης στην Ελλάδα. (Εφίσταται η προσοχή των φορολογούμενων, επειδή και το ελάχιστο εισόδημα τους καθιστά υπόχρεους σε υποβολή φορολογικής δήλωσης. Για παράδειγμα η διατήρηση τραπεζικού λογαριασμού με μικρό ποσό που επιφέρει ως εισόδημα ελάχιστο ποσό τόκων, υποχρεώνει τον φορολογικό κάτοικο αλλοδαπής σε υποβολή φορολογικής δήλωσης, έστω και αν αυτή δεν επιφέρει φόρο).

3. Οι φορολογικοί κάτοικοι εξωτερικού δεν δικαιούνται τις μειώσεις φόρου στην Ελλάδα για το εισόδημα από μισθωτή εργασία και συντάξεις, εκτός εάν διατηρούν τη φορολογική τους κατοικία σε άλλο κράτος – μέλος της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ. και α) τουλάχιστον το ενενήντα τοις εκατό (90%) του παγκόσμιου εισοδήματος τους αποκτάται στην Ελλάδα ή β) αποδεικνύουν ότι το φορολογητέο εισόδημα τους είναι τόσο χαμηλό ώστε θα δικαιούνταν της μείωσης του φόρου δυνάμει της φορολογικής νομοθεσίας του κράτους της κατοικίας τους.

4. Οι φορολογικοί κάτοικοι εξωτερικού δεν υπόκεινται σε τεκμήρια διαβίωσης (π.χ. ο φορολογικός κάτοικος εξωτερικού δεν υπόκειται σε τεκμήρια για την παραθεριστική του κατοικία ή για το αυτοκίνητο που έχει στην Ελλάδα). Εάν ο φορολογικός κάτοικος εξωτερικού αποκτά πραγματικό εισόδημα στην Ελλάδα τότε είναι υποχρεωτική η υποβολή φορολογικής δήλωσης στην Ελλάδα. Σύμφωνα όμως με την τροποποίηση του άρθρου 33 του Ν.4172/2013 «Μη εφαρμογή αντικειμενικών δαπανών και υπηρεσιών» και συγκεκριμένα στην παρ. η αναφέρεται ότι:

α. Δεν εφαρμόζονται οι αντικειμενικές δαπάνες διαβίωσης για τους φορολογικούς κατοίκους εξωτερικού (δεν τεκμαίρεται εισόδημα λόγω κατοχής-ιδιοκτησίας κάποιου αντικειμένου π.χ. ακινήτου)

β. Δεν εφαρμόζονται οι αντικειμενικές δαπάνες απόκτησης (τεκμήρια απόκτησης) περιουσιακών στοιχείων στην Ελλάδα για φορολογικούς κατοίκους εξωτερικού εφόσον ο κάτοικος αυτός δεν έχει εισόδημα στην Ελλάδα.

8. Εν κατακλείδι

Η έννοια της φορολογικής κατοικίας, τα βήματα που απαιτούνται για να αλλάξει κάποιος τη φορολογική του κατοικία αλλά και ο τρόπος φορολόγησης των Ελλήνων οι οποίοι μεταναστεύουν και δραστηριοποιούνται στο εξωτερικό, είναι ζητήματα που παραμένουν επίκαιρα όσο ποτέ.

Η πολιτεία από την μεριά της αντιλαμβανόμενη το μέγεθος και τη σοβαρότητα του θέματος προσπαθεί με συνεχείς επικαιροποιήσεις να παρέχει ένα νομικό πλαίσιο χωρίς ασάφειες, δίνοντας έμφαση στην απλοποίηση των διαδικασιών.

Το κείμενο αποτελεί απόσπασμα από άρθρο του κ. Βασιλείου Παπαβασιλείου, με τίτλο «Η έννοια της φορολογικής κατοικίας» που δημοσιεύθηκε στο τεύχος Οκτωβρίου 2019 του περιοδικού Epsilon7.

www.e-forologia.gr