Καταβολή ποσού αποζημίωσης απόλυσης, χωρίς να υφίσταται υποχρέωση για τον εργοδότη.

Ερώτηση:
Δύναται εταιρεία  να πληρώσει αποζημίωση απόλυσης σε περίπτωση απόλυσης μισθωτού χωρίς προειδοποίηση, ο οποίος έχει ενεργή εργασιακή σχέση μικρότερη των 12 μηνών (επομένως δεν δικαιούται αποζημίωση απόλυσης) ποσό της τάξης των 3.000 ευρώ; Τι ενδέχεται να προκύψει σε φορολογικό και ασφαλιστικό έλεγχο (ΔΟΥ – ΙΚΑ);

Απάντηση:

Από τον συνδυασμό των περιπτώσεων  (ε) και (η) της παρ. 3 του άρθρου 12 του ΚΦΕ (Ν 4172/2013), προκύπτει ότι το ποσό των 3.000 ευρώ που αναφέρετε στο ερώτημά σας, χαρακτηρίζεται ως ακαθάριστο εισόδημα από μισθωτή εργασία.

Εν συνεχεία, σύμφωνα  με την παρ. 3 του άρθρου 15 του ως άνω Κώδικα, «κάθε εφάπαξ αποζημίωση που παρέχεται από οποιονδήποτε φορέα και για οποιονδήποτε λόγο διακοπής της σχέσης εργασίας, που συνδέει τον φορέα με τον δικαιούχο της αποζημίωσης, φορολογείται αυτοτελώς με εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης»[1]. Η φορολόγηση γίνεται βάσει κλίμακας, με αφορολόγητο ποσό (0%) τις 60.000 ευρώ.

Ακολούθως, με την παρ. 3 του Ν 2112/1920, όπως αντικαταστάθηκε από την παρ. ΙΑ, υποπαρ. ΙΑ.12, περ. 2 του άρθρου πρώτου του Ν 4093/2012, ορίζεται ο πίνακας βάσει χρόνου προϋπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη και τα (ελάχιστα) ποσά αποζημιώσεων που υποχρεούται αυτός να καταβάλει στον εργαζόμενο, εφόσον καταγγέλλει την σύμβαση εργασίας.

Περαιτέρω, βάσει της παρ. 2Α του άρθρου 74 του Ν 3863/2010 «η απασχόληση με σύμβαση αορίστου χρόνου λογίζεται ως απασχόληση δοκιμαστικής περιόδου για τους πρώτους δώδεκα μήνες από την ημέρα ισχύος της και η οποία μπορεί να καταγγελθεί χωρίς προειδοποίηση και χωρίς αποζημίωση απόλυσης, εκτός κι αν άλλο συμφωνήσουν τα μέρη».

Τέλος, έχει γίνει δεκτό τόσο από την δικαστηριακή νομολογία, όσο και από την ασφαλιστική πρακτική ότι η αποζημίωση απόλυσης, δηλαδή τα ποσά που καταβάλλονται από τον εργοδότη στους μισθωτούς όταν καταγγέλλεται η σύμβαση εργασίας τους, δεν περιλαμβάνονται στην έννοια του μισθού και επομένως δεν υπόκεινται σε εισφορές, γιατί οι εργαζόμενοι δεν βρίσκονται πλέον σε εργασιακή σχέση[2] και τα ποσά αυτά δεν αποτελούν αντιπαροχή εργασίας.

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο νομοθέτης ορίζει χρόνο υπηρεσίας και ελάχιστα όρια αποζημιώσεων, χωρίς να περιορίζει το ύψος του ποσού της αποζημίωσης, ούτε να εμποδίζει το δικαίωμα του εργοδότη στην καταβολή αποζημίωσης πριν τη λήξη της δοκιμαστικής περιόδου.

Συνεπώς, κατά την γνώμη μας, ο εργοδότης μπορεί να καταβάλει ποσό αποζημίωσης απόλυσης σε μισθωτό, παρόλο που δεν έχει τέτοια υποχρέωση. Στην προκειμένη περίπτωση του ερωτήματος, αφού ο εργοδότης είναι νομικό πρόσωπο, σκόπιμο θεωρείται να αποφασίσει αιτιολογημένα σε συνεδρίαση (πρακτικό) το αρμόδιο όργανο διοίκησης (ΔΣ), μετά από πρόταση του προέδρου του.

Επισημαίνεται ότι σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην Πολ. 1061/2017 (ερμηνεία της διάταξης της περ. ιδ του άρθρου 23 του ΚΦΕ, που αφορά την έκπτωση των δαπανών που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο εργασιακής σχέσης), η καταβολή του ποσού θα πρέπει  να γίνει με την χρήση ηλεκτρονικού μέσου πληρωμής.



[1] Με την επιφύλαξη της περ. στ, παρ. 1 του άρθρου 14, στην οποία αναφέρεται ως εξαίρεση από τον υπολογισμό του εισοδήματος από μισθωτή εργασία, «η εφάπαξ καταβαλλόμενη παροχή από ταμεία πρόνοιας και ασφαλιστικούς οργανισμούς του Δημοσίου, καθώς και επαγγελματικά ταμεία που έχουν συσταθεί με νόμο στους ασφαλισμένους και τα εξαρτώμενα μέλη του ασφαλισμένου.»

[2] Βλέπε, Κων. Λαναράς: «Η ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΣΤΟ ΙΚΑ»

πηγη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.