Κρυφή παγίδα «made in USA» στους φοροελέγχους

Το καλοκαιρινό επιτόπιο σαφάρι για τις αποδείξεις και τα πιο… εκλεπτυσμένα «κόλπα» της Εφορίας που εφαρμόζονται σταδιακά. Σε ρόλο Μεγάλου Αδελφού οι ελεγκτές. Πώς λειτουργεί το «βαρύ πυροβολικό» των έμμεσων τεχνικών ελέγχου.

του Βαγγέλη Π. Μιχελινάκη*

Το καλοκαίρι που πέρασε δεν ήταν λίγοι οι επιχειρηματίες, κυρίως στον χώρο της εστίασης και του τουρισμού, που έχασαν τον ύπνο τους λόγω των επιτόπιων φορολογικών ελέγχων που πραγματοποιήθηκαν σε μεγάλη κλίμακα, με σκοπό κυρίως να εντοπιστούν παραβάσεις ως προς την έκδοση φορολογικών στοιχείων και να επιβληθούν βεβαίως οι ανάλογες κυρώσεις.Δεν ήταν σπάνιες και οι περιπτώσεις επιβολής κυρώσεων επί ανύπαρκτων παραβάσεων, καθώς οι αλλεπάλληλες αλλαγές των τελευταίων ετών έχουν καταστήσει δυσχερή τον προσδιορισμό του τι συνιστά παράβαση και τι όχι.

Έτσι σε πολλές περιπτώσεις και οι εφοριακοί υπάλληλοι υποπίπτουν σε λάθη, με αποτέλεσμα οι φορολογούμενοι να εμπλέκονται σε μία απίστευτη ταλαιπωρία να αποδείξουν το δίκιο τους, ή να επιβαρύνονται συνειδητά ή εν αγνοία τους με κυρώσεις τις οποίες θα μπορούσαν να έχουν αποφύγει.

Ωστόσο ο επιτόπιος έλεγχος δεν αποτελεί πλέον τη μόνη ή την κύρια μέθοδο για τον εντοπισμό φορολογικών παραβάσεων και φοροδιαφυγής. Όλο και περισσότερο το τελευταίο διάστημα έρχονται στο φως υποθέσεις μεγάλης κατά κανόνα φοροδιαφυγής, μέσω του ελέγχου των τραπεζικών συναλλαγών των φορολογουμένων, που αφορά βεβαίως και προηγούμενα έτη.

Οι έλεγχοι αυτοί αποτελούν την εφαρμογή στην πράξη, με δυσκολίες ακόμα, αδυναμίες ή παραλείψεις των έμμεσων τεχνικών ελέγχου. Οι έμμεσες τεχνικές ελέγχου είναι γενικά το νέο βαρύ πυροβολικό που εφαρμόζει ήδη δειλά δειλά το ελληνικό δημόσιο στον πόλεμο κατά της φοροδιαφυγής.

Οι έμμεσες τεχνικές προφανώς δεν αποτελούν κάποια ελληνική πατέντα, αλλά έχουν σχεδιαστεί στη βάση των συμβουλών και της τεχνογνωσίας που παρείχαν στις ελληνικές αρχές σύμβουλοι του εξωτερικού και κυρίως βέβαια το περιβόητο IRS (Internal Revenue Service), η φορολογική αρχή δηλαδή των ΗΠΑ.

Η λογική των έμμεσων τεχνικών έγκειται στο γεγονός ότι είναι δύσκολο έως αδύνατον να συλλάβεις τη φοροδιαφυγή κατά τη στιγμή της γέννησής της ή το «μαύρο» χρήμα στο αρχικό στάδιο της διακίνησής του, αλλά δεδομένου ότι και στη μια και στην άλλη περίπτωση τα χρήματα αυτά θα εισέλθουν στη νόμιμη αγορά, μπορείς να την ανακαλύψεις ελέγχοντας τις διακινήσεις του χρήματος σε αυτή τη νόμιμη αγορά.

Για παράδειγμα είναι ίσως σχεδόν αδύνατον να ανακαλύψεις έναν επαγγελματία που εισπράττει μία αμοιβή, έστω 1.000 €, χωρίς έκδοση φορολογικού στοιχείου. Δεδομένου όμως ότι αυτός ο επαγγελματίας θα χρησιμοποιήσει αυτά τα 1.000 € είτε για την εξόφληση υποχρεώσεων σε διάφορους οργανισμούς (τράπεζες, εταιρείες ηλεκτρισμού, τηλεφωνίας, ύδρευσης, εκπαιδευτήρια των παιδιών του, θεραπευτήρια κ.λπ.), είτε για την αγορά αγαθών ή υπηρεσιών, είτε για αποταμίευση, μπορείς να τα ανακαλύψεις ελέγχοντας τη ροή του χρήματος.

Είναι προφανές ότι για να μπορέσει να λειτουργήσει το σύστημα αυτό απαιτείται παρακολούθηση των συναλλαγών, μία τεράστια ροή πληροφοριών προς τις αρχές και μία επίσης τεράστια βάση δεδομένων για την αποθήκευση και επεξεργασία των πληροφοριών που εισέρχονται στο σύστημα. Σε τελική ανάλυση, οδηγούν στην οργάνωση όλης της οικονομίας και της κοινωνίας πάνω σε μία λογική παρακολούθησης των πάντων από το κράτος.

Αυτό ακριβώς είναι που κάνει πολλούς να παραλληλίζουν αυτό τον τρόπο οργάνωσης της κοινωνίας με εκείνον που περιέγραφε ο Όργουελ στο μυθιστόρημα «1984», με τον γνωστό «μεγάλο αδερφό». Παρά τους ενδοιασμούς ωστόσο και τις συζητήσεις που εγείρει η ηθική πλευρά του ζητήματος, είναι γεγονός ότι μπορεί να συμβάλει στη μείωση της παραοικονομίας και της φοροδιαφυγής.

Η δυνατότητα της φορολογικής διοίκησης να προχωρά στον καταλογισμό φόρων με τη διενέργεια ελέγχων με έμμεσες μεθόδους παρέχεται πλέον από το άρθρο 27 του κώδικα φορολογικής διαδικασίας. Σύμφωνα με αυτό, η φορολογική διοίκηση δύναται να προβαίνει σε εκτιμώμενο, διορθωτικό ή προληπτικό προσδιορισμό της φορολογητέας ύλης και με την εφαρμογή μιας ή περισσοτέρων από τις κατωτέρω τεχνικές ελέγχου:

– Της ανάλυσης ρευστότητας του φορολογούμενου.

– Της καθαρής θέσης του φορολογούμενου.

– Του ύψους των τραπεζικών καταθέσεων και των δαπανών σε μετρητά.

– Της σχέσης της τιμής πώλησης προς το συνολικό όγκο κύκλου εργασιών.

– Της αρχής των αναλογιών.

Μέχρι στιγμής, στο στάδιο της εφαρμογής έχουν περάσει οι τρεις πρώτες, για τις οποίες έχουν εκδοθεί οι σχετικές αποφάσεις και οι οποίες αφορούν τον έλεγχο φυσικών προσώπων. Για τις εταιρείες ακολουθούνται ακόμα πιο παραδοσιακές τεχνικές, στις οποίες θα αναφερθούμε σε κάποιο επόμενο σημείωμα.

Χωρίς να υπεισέλθουμε σε τεχνικές λεπτομέρειες που ίσως είναι κουραστικές, να μείνουμε στο γεγονός ότι η φιλοσοφία των έμμεσων τεχνικών έγκειται στον προσδιορισμό του εισοδήματος πάνω στη βάση της προσαύξησης της περιουσίας του φορολογουμένου.

Εάν η προσαύξηση περιουσίας που θα εντοπιστεί με τις έμμεσες τεχνικές δεν βρίσκεται σε αντιστοιχία με τα δηλούμενα εισοδήματα, θεωρείται αδικαιολόγητη και φορολογείται με συντελεστή 33%.

Αυτό που αξίζει να επισημάνουμε κλείνοντας είναι το γεγονός πως στην περίπτωση που εντοπιστεί αδικαιολόγητη προσαύξηση περιουσίας, ο φορολογούμενος έχει τη δυνατότητα της ανταπόδειξης. Δηλαδή μπορεί να αποδείξει πως η προσαύξηση περιουσίας είναι δικαιολογημένη.

Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις κατά τις οποίες είτε με την απόδειξη χρήσης κεφαλαίων προηγούμενων ετών, είτε με ενδελεχή έλεγχο της μείωσης απαιτήσεων ή αύξησης υποχρεώσεων και άλλους τρόπους να καλυφθεί η αδικαιολόγητη εκ πρώτης όψεως διαφορά και να αποφευχθούν φαινόμενα άδικης φορολόγησης.

 

*Ο Βαγγέλης Π. Μιχελινάκης είναι οικονομολόγος – φοροτεχνικός, σύμβουλος επιχειρήσεων και επιστημονικός συνεργάτης του Λογιστικού Συλλόγου Αθηνών. 

www.euro2day.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.